Γιάννης Μπουρούσης: Ο παρεξηγημένος “Γίγαντας”

Στην μακρά ιστορία του ελληνικού μπάσκετ έχουν αφήσει το στίγμα τους πολλοί μεγάλοι παίχτες. Άλλοι άφησαν το αποτύπωμά τους σε πολλές ομάδες, άλλοι πέτυχαν σπουδαία πράγματα με μια ομάδα. Ο Γιάννης Μπουρούσης δεν ταυτίστηκε ποτέ με ομάδες, έκανε τα πράγματα με το δικό του τρόπο και αυτός ίσως είναι ο λόγος που δεν τιμήθηκε όσο θα έπρεπε. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τεράστια προσφορά του στο ελληνικό μπάσκετ.

Η απαρχή στην ΆΕΚ…

Ήταν 24 Φεβρουαρίου 2002 και στον δρόμο προς την κατάκτηση του τίτλου, η ΑΕΚ αγωνιζόταν στη Δράμα. Το παιχνίδι με τον ΚΑΟΔ αποδείχτηκε σχετικά εύκολο για την “Ένωση” που επικράτησε με 94-82 και ο Ντράγκαν Σάκοτα βρήκε την ευκαιρία να ρίξει στο παρκέ για 1,5 λεπτό, τον 18χρονο ψηλό που είχε πάρει στην ομάδα από την Καρδίτσα το προηγούμενο καλοκαίρι. 

Ο Μπουρούσης είχε ένα άστοχο δίποντο, ένα ριμπάουντ και ένα λάθος στο παιχνίδι στο οποίο συστήθηκε στο ελληνικό, μπασκετικό κοινό. Ήταν μία από τις τρεις εμφανίσεις του στο Πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν.

Στην ΆΕΚ άρχισε να δείχνει τα πρώτα ψήγματα του τεράστιου ταλέντου του. Ήταν ένας ψηλός που μπορούσε να βάλει την μπάλα στο καλάθι με κάθε τρόπο. Η “σπεσιαλιτέ” του υπήρξε το παιχνίδι στο χαμηλό ποστ, με μια πλειάδα κινήσεων στο να τελειώνει φάσεις με πλάτη. Ωστόσο, είχε και αξιόπιστο σουτ τριών πόντων σε μια εποχή που τα 5άρια δεν συνήθιζαν να σκοράρουν με αξιοπιστία από το τρίποντο.

Παρέμεινε στην Ένωση μέχρι το 2006 έχοντας κάνει ήδη τις πρώτε του εμφανίσεις του με την Εθνική Ελλάδος, ενώ κατάφερε να κερδίσει μια θέση στο ρόστερ της Μπαρτσελόνα.

Το επεισοδιακό πέρασμα από τον Ολυμπιακό..

Στις 27 Ιουνίου 2006, πήγε στον Ολυμπιακό, υπογράφοντας τετραετές (3+1 χρόνια) συμβόλαιο. Στην πρώτη του χρονιά στον Ολυμπιακό, φαινόταν να ήταν αρχικά η τελευταία λύση στους ψηλούς, όμως οι απουσίες στις θέσεις των ψηλών ανάγκασαν τον προπονητή του, Πίνι Γκέρσον, να τον χρησιμοποιήσει περισσότερο.

Ο Μπουρούσης άδραξε την ευκαιρία αυτή που του δόθηκε. Η απόδοσή του βελτιώνεται από παιχνίδι σε παιχνίδι, με αποτέλεσμα την ανάδειξή του ως δεύτερου πολυτιμότερου παίκτη της Α1 την 15η αγωνιστική (στο παιχνίδι εναντίον της Ολύμπιας Λάρισας) και αποκορύφωμα την ανάδειξή του ως καλύτερου παίκτη της Α1, τη 17η αγωνιστική στην εκτός έδρας νίκη του Ολυμπιακού επί του Παναθηναϊκού.

Τόσο σε αγωνιστικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο δυνάμωνε μέρα με τη μέρα. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του στα δυο Final Four που συμμετείχε με τους “ερυθρόλευκους”. Ήταν εξαιρετικός απέναντι στον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς στον ημιτελικό του Βερολίνου το 2009, παρά το χαμένο δίποντο στο τέλος, ενώ ήταν ο MVP στον ημιτελικό του 2010 κόντρα στην Παρτίζαν με σημαντικά καλάθια και επιθετικά ριμπάουντ στα κρίσιμα σημεία.

Σημαντική υπήρξε και η συνεισφορά του στην κατάκτηση του κυπέλλου Ελλάδος το 2010 με ένα καθοριστικό κάρφωμα λίγο πριν την λήξη του παιχνιδιού.

Η οξύθυμη και ξεροκέφαλη συμπεριφορά του μετά από ήττες της ομάδας είχαν ήδη δημιουργήσει μια δυσαρέσκεια στις τάξεις της διοίκησης.

Το τελειωτικό χτύπημα στις σχέσεις των δυο πλευρών ήρθε Όταν ο Ντούσαν Ίβκοβιτς ανέλαβε τα ηνία του Ολυμπιακού το καλοκαίρι του 2010. Τα πράγματα δεν κυλούσαν ιδιαίτερα καλά για τον παίκτη. Κι όλα χειροτέρεψαν μετά τον τραυματισμό του στο χέρι.

Ο παίχτης τελικά επέστρεψε στην ενεργό δράση, όμως μετά το πέρας της αγωνιστικής περιόδου, σε μία τηλεφωνική συνομιλία με τον πεθερό του Μάκη Ψωμιάδη κι αφού ο τελευταίος τον αποθεώνει για ένα κάρφωμά του, ακούγεται να αποκαλεί τους αδερφούς Αγγελόπουλους «βλάκες».

Αυτό ήταν και το άδοξο τέλος του στον Ολυμπιακό, καθώς στις 30/6/2011 ανακοινώθηκε η κοινή συναινέσει λύση του συμβολαίου του και βρέθηκε σε αναζήτηση ομάδας.

Η περιοδεία στα ξένα πρωταθλήματα και η καταξίωση..

Ακολούθησε μια διετία στην Αρμάνι Μιλάνο που συνέχισε τις υψηλές πτήσεις χωρίς ωστόσο να καταφέρει να κερδίσει κάποιον τίτλο. Οι καλές του εμφανίσεις του έδωσαν την ευκαιρία να μεταγραφεί στην Ρεάλ Μαδρίτης.

Εκεί στέφθηκε τόσο πρωταθλητής Ευρώπης κόντρα στην πρώην ομάδα του στον τελικό της Μαδρίτης ενώ κατέκτησε και το πρωτάθλημα Ισπανίας. Όντας σημαντικό κομμάτι του ροτέισον βοήθησε τα μέγιστα σε αυτούς τους δυο στόχους, δείχνοντας το πολύπλευρο των ικανοτήτων του.

Το καλοκαίρι του 2015 μεταγράφηκε στην Λαμποράλ(νυν Μπασκόνια) πραγματοποιώντας την καλύτερη σεζόν της καριέρας του.

Την δεύτερη αγωνιστική της σεζόν 2015-16 στην Ευρωλίγκα, κόντρα στον Ολυμπιακό η Λαμποράλ νίκησε με 96-89 στην παράταση και ο Μπουρούσης είχε τελειώσει το ματς με double-double έχοντας 28 πόντους (6/11 δίποντα, 2/3 τρίποντα, 10/13 βολές), 12 ριμπάουντ και 3 ασίστ σε 33 λεπτά, με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει 44 βαθμούς στο σύστημα αξιολόγησης.

 Ήταν ρεκόρ καριέρας για τον Έλληνα σέντερ, τόσο σε συγκομιδή πόντων, όσο και σε αξιολόγηση. Με την ομάδα της Λαμποράλ έκανε γενικά μια καταπληκτική χρονιά, την καλύτερη της καριέρας του με 14,5 πόντους και 8,7 ριμπάουντ κατά μέσο όρο. Έφτασε μέχρι το Final Four του Βερολίνου, όπου και αποκλείστηκε στον ημιτελικό από την Φενερμπαχτσέ.

Ο Μπουρούσης βγήκε μέλος της καλύτερης πεντάδας της Ευρωλίγκα. Στο Ισπανικό Πρωτάθλημα βγήκε δυο φόρες παίκτης του μήνα, ενώ ήταν μέλος της κορυφαίας πεντάδας και πολυτιμότερος παίκτης όλης της χρονιάς για την περίοδο 2015-2016, έχοντας μετρήσει 13,2 πόντους και 7,4 ριμπάουντ.

Η επιστροφή στην Ελλάδα και το φινάλε

Στις 12 Ιουλίου 2016 ανακοινώθηκε η συνεργασία του, διετούς διάρκειας, με τον Παναθηναϊκό. Τον Φλεβάρη του 2017 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας κόντρα στον Άρη. Τον Ιούνιο πανηγύρισε το δεύτερο πρωτάθλημα της καριέρας του στην Ελλάδα αφού ο Παναθηναϊκός νίκησε με 2-3 τον Ολυμπιακό με τον ίδιο να κάνει καλούς τελικούς. Στις 4 Ιουλίου 2017 ανακοινώθηκε η λύση της συνεργασίας του με τους πράσινους, με κοινές δηλώσεις του ίδιου, όσο και του ιδιοκτήτη της ΚΑΕ, Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Στην συνέχεια πέρασε από την Κίνα, επέστρεψε στην Ευρώπη για λογαριασμό της Γκραν Κανάρια και επέστρεψε στην Ελλάδα για να ολοκληρώσει την Καριέρα του στο Περιστέρι και τελικά στην αγαπημένη του Καρδίτσα, όπου πλέον διατελεί και πρόεδρός της. Με το γήπεδο της να έχει πάρει το όνομά του.

Η Εθνική και η παρακαταθήκη…

Υπήρξε μέλος της Εθνικής Ομάδας με την οποία κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ 2005  της Σερβίας  και το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ 2009 της Πολωνίας . Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008 όπου η ομάδα τερμάτισε πέμπτη. Στο Ευρωμπάσκετ του 2011 ήταν ένας από τους λεγόμενους “Τρεις Σωματοφύλακες” της Εθνικής Ομάδας και τη βοήθησε να κατακτήσει την έκτη θέση του τουρνουά, αν και αγωνιζόταν χωρίς τα μεγάλα της αστέρια. Επίσης έχει συμμετάσχει, στα Ευρωμπάσκετ του 2013, 2015 και 2017, φτάνοντας τις 7 και μάλιστα συνεχόμενες συμμετοχές σε Ευρωμπάσκετ, όντας ο δεύτερος Έλληνας πίσω από τον Γιαννάκη που σταμάτησε στα 8.

Τον Φλεβάρη του 2018 σημείωσε δύο ρεκόρ, σε πόντους, αλλά και συμμετοχές. Το 2019 στο Παγκόσμιο κύπελλο ανέβηκε κι άλλο στην λίστα των σκόρερ και στις συμμετοχές, μπαίνοντας στην δεκάδα. Από το Προολυμπιακό τουρνουά του 2016 μέχρι το Παγκόσμιο του 2019 αποτέλεσε τον αρχηγό της εθνικής ομάδας όντας ο παλαιότερος διεθνής καλαθοσφαιριστής.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2020 ανακοίνωσε, πως αποχωρεί από την Εθνική ομάδα, μετά από 14 χρόνια παρουσίας. Με την ανακοίνωση της απόφασης η ΕΟΚ και ο ΠΣΑΚ τον ευχαρίστησαν για την προσφορά του στην Εθνική. Με το εθνόσημο αγωνίστηκε σε 174 αγώνες (9ος στην ιστορία) με 1.644 πόντους (8ος σκόρερ στην ιστορία).

Κοιτώντας την καριέρα του καθ’ όλη την διάρκειά της θα μπορούσαμε να πούμε πως, αν ο Μπουρούσης ήταν σημαία μιας ομάδας, αν δεν γυρνούσε τον κόσμο κι έπαιζε σε μια δυο ομάδες στην Ελλάδα, όπως οι πιο πολλοί από τους συμπαίκτες του, στο αντίο του θα γινόταν χαλασμός. Αλλά δεν θα είχαμε να κάνουμε με τον Μπουρούση: ο Μπουρούσης προτίμησε να γράψει την δική του ιστορία.